Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ


Ορισμός: Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι ένα μεταβολικό σύνδρομο το οποίο χαρακτηρίζεται από υπεργλυκαιμία( αύξηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα) , διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων , των λιπών και των πρωτεϊνών και οφείλεται στην δυσλειτουργία των β- κυττάρων που παράγουν ινσουλίνη και εκδηλώνεται με απόλυτη ή μερική ανεπάρκεια ινσουλίνης.

Οι διαταραχές αυτές στην κλασσική εκδήλωση του συνδρόμου εκφράζονται συνήθως με υπεργλυκαιμία , υπερλιπιδαιμία και υπεραμινοξαιμία και οφείλονται στην  ανεπάρκεια  ( πλήρη ή μερική) της ορμόνης ινσουλίνης ή στην ανεπάρκεια της δράσης της στους περιφερικούς ιστούς-στόχους ή και στα δυο. 

Δράση Ινσουλίνης


Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη η οποία εκκρίνεται από τα β- κύτταρα των νησίδων του Langernhans και  αυξάνει την ικανότητα του οργανισμού να χρησιμοποιεί την γλυκόζη. Επιπλέον , συμμετέχει στον μεταβολισμό των υδατανθράκων , των λιπών και των πρωτεϊνών. Έλλειψη αυτής ή ανεπάρκεια της παραγωγής της προκαλεί σακχαρώδη διαβήτη και κατ’ επέκταση υπεργλυκαιμία. Αντίθετα , η περίσσεια ινσουλίνης που μπορεί να οφείλεται σε υπερπαραγωγή στο νεόπλασμα ή σε υπερβολική εξωτερική χορήγηση , προκαλεί υπογλυκαιμία ( πτώση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα). Την δράση της ινσουλίνης ανταγωνίζεται ωστόσο το γλυκογόνο το οποίο προκαλεί υπεργλυκαιμία και γλυκονεογένεση, δηλαδή σύνθεση γλυκόζης από μη υδατανθρακικές πηγές.

Αυτό ωστόσο που πυροδοτεί την αύξηση και την άμεση έκκριση της ινσουλίνης είναι η αύξηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα. Αυτό μπορεί να συμβεί μετά την κατανάλωση ενός γεύματος ( μεταγευματικό στάδιο) . Η έκκριση της ινσουλίνης σταματά όταν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα μειώνονται. Αυτή η μείωση πραγματοποιείται κατά το μετα -απορροφητικό στάδιο ( περίπου 3-4 ώρες μετά την κατανάλωση του γεύματος) Επιπροσθέτως, και η αυξημένη συγκέντρωση αμινοξέων πυροδοτεί την έκκριση ινσουλίνης , αυξάνοντας έτσι την κυτταρική πρόσληψη και κατ’ επέκταση την πρωτεΐνοσύνθεση . 


Κατηγορίες Σακχαρώδη Διαβήτη


  •          Σακχαρώδης διαβήτης Τύπου Ι ή ινσουλινοεξαρτώμενος
  •          Σακχαρώδης διαβήτης Τύπου ΙΙ ή μη ινσουλινοεξαρτώμενος
  •          Προ-διαβήτης ή Διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη
  •          Διαβήτης  Κύησης 





       ΣΔ ΤΥΠΟΥ Ι


-    Είναι συχνότερος στα παιδιά , αλλά μπορεί να εμφανιστεί και σε οποιαδήποτε ηλικία.

-   Οφείλεται στην  ανοσολογική καταστροφή των β- κυττάρων του παγκρέατος που παράγουν και εκκρίνουν ινσουλίνη με συνέπεια την ολική ανεπάρκεια( ινσουλινοπενία)  ή ελάχιστη έκκριση ινσουλίνης η οποία όμως δεν επαρκή.

-   Τα άτομα εξαρτώνται από την εξωτερική λήψη  ενέσιμης ινσουλίνης εφ όρου ζωής  ώστε να διατηρηθούν στη ζωή μιας και δεν μπορούν να παράγουν ενδογενώς ινσουλίνη.

-   Τα συμπτώματα είναι έντονα και περιλαμβάνουν : πολυουρία , πολυδιψία , απώλεια σωματικού βάρους , καταβολή δυνάμεων καθώς και αφυδάτωση.

-    Αυξημένος επίσης είναι ο κίνδυνος κετοξέωσης  με σημαντικό κίνδυνο για τη ζωή του ατόμου.

-   Τα εργαστηριακά ευρήματα ωστόσο παρουσιάζουν έλλειψη ινσουλίνης , αυξημένα επίπεδα γλυκαγόνης , υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα καθώς πιθανή είναι η τάση σακχαρουρίας και οξονουρίας.


ΣΔ ΤΥΠΟΥ ΙΙ 

 -   Αποτελεί τον συχνότερο τύπο σακχαρώδη διαβήτη με το 90-95%  των διαβητικών να πάσχουν από αυτόν 
 
 -  Δεν υπάρχει καταστροφή των β- κυττάρων σε αυτόν τον τύπο αλλά παρατηρείται ινσουλινοαντίσταση. Δηλαδή παράγεται ινσουλίνη ή χορηγείται εξωγενώς , αλλά τα κύτταρα αντιστέκονται στη δράση της και δεν μπορούν να την χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά.

-   Τα συμπτώματα είναι πιο ήπια εδώ με την υπεργλυκαιμία να είναι μέτρια και διαλείπουσα και η κετοξέωση μόνο συμπτωματική με αποτέλεσμα να μην εμφανίζονται  έντονα συμπτώματα όπως στον ΣΔ Ι και η διάγνωση να καθυστερεί λόγω αυτού.

- Αποτελεί πολυπαραγοντικό νόσημα με παράγοντες κινδύνου διαφορετικής προέλευσης ( ηλικία . κληρονομικότητα , εθνικότητα , φυσική δραστηριότητα , διατροφή , τρόπος ζωής , παχυσαρκία)

 -  Συνήθως τα άτομα με ΣΔ 2 παρουσιάζουν αυξημένο βάρος ή είναι παχύσαρκα ( το 80% των ατόμων)




 

Διαβήτης Κύησης 

 


  - Αναφέρεται στο διαβήτη που εμφανίζεται για πρώτη φορά κατά την διάρκεια     την εγκυμοσύνης, συνήθως κατά το 2ο ή 3ο τρίμηνο αυτής και ορίζεται ως η παθολογική ανοχή των υδατανθράκων.

  -  Προσβάλλει το 7% των εγκύων και τα  χαρακτηριστικά του μοιάζουν με αυτά του ΣΔ ΙΙ με μειωμένη έκκριση ινσουλίνης και παράλληλη μειωμένη ευαισθησία των κυττάρων στη δράση της.

  - Οι ορμόνες ( πχ. οιστρογόνα) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ασκούν       διαβητογόνο δράση , αυξάνουν την ινσουλινοαντίσταση ενώ  όλες αυξάνουν καθώς η κύηση προχωρά.

  -  Οι εγκυμονούσες με διαβήτη κύησης παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο για       εξέλιξη μόνιμου διαβήτη 5-10 χρόνια μετά τον τοκετό , ενώ αυξημένες είναι επίσης οι περιγεννητικές επιπλοκές ( θνησιμότητα και νεογνική  νοσηρότητα)

  -  Τα νεογέννητα πολύ συχνά παρουσιάζουν υπογλυκαιμία , ενώ μπορεί να έχουν    μεγάλο μέγεθος γεγονός που δυσκολεύει τον τοκετό.

 - Ο διαβήτης κύησης εξαφανίζεται συνήθως λίγες ώρες μετά τον τοκετό,αλλά  απαιτείται επανεκτίμηση. 

 -  Το έμβρυο μπορεί να εμφανίσει  αυξημένο κίνδυνο για ΣΔ ΙΙ στην μετέπειτα ζωή του γι’ αυτό θα πρέπει να παρεμβαίνουμε θεραπευτικά στη μητέρα από νωρίς και να δρούμε προληπτικά όσο τον δυνατόν νωρίτερα πριν την εμφάνιση διαβήτη κύησης , πραγματοποιώντας τακτικούς ελέγχους και μετρήσεις σακχαραιμικής καμπύλης.


 

Προ-διαβήτης
 
  - Προ- διαβήτη παρουσιάζουν τα άτομα τα οποία έχουν επίπεδα γλυκόζης που δεν πληρούν τα κριτήρια για σακχαρώδη διαβήτη , αλλά παρόλα αυτά είναι αρκετά υψηλά ώστε να θεωρηθούν φυσιολογικά.


  - Ως προ-διαβητικά χαρακτηρίζονται τα άτομα με διαταραγμένη ανοχή               γλυκόζης νηστείας ή απλά διαταραγμένη ανοχή γλυκόζης,γεγονός που αποτελεί ενδεχόμενο κίνδυνο για εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη.


   - Παρουσιάζουν επίπεδα γλυκόζης νηστείας  100 mg/dl και < 126 mg/dl . Ωστόσο, τα επίπεδα γλυκόζης τους 2 ώρες μετά την δοκιμασία ανοχής γλυκόζης είναι   140mg/dl  και < 200 mg/dl.
  
  - H διαταραχή γλυκόζης νηστείας ή διαταραχή ανοχής γλυκόζης αποτελούν παράγοντες κινδύνου εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη ή καρδιαγγειακών νοσημάτων ,ενώ παρουσιάζουν μεγάλη συσχέτιση με το μεταβολικό σύνδρομο ( σπλαχνική παχυσαρκία , υπέρταση , δυσλιπιδαιμία)


 

       Παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη σακχαρώδη διαβήτη:

 
 - Γενετικοί ( κληρονομικότητα , συγγενείς 1ου βαθμού με ΣΔ) 
 - Ανοσολογικοί
 - Μεταβολικοί (πχ. παχυσαρκία)
 - Μικροβιολογικοί( ιοί coxsackie)

  

 ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ  ΤΟΥ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΤΟΥ ΑΤΟΜΟΥ




     Oι πιθανότητες  εμφάνισης επιπλοκών εξαιτίας του σακχαρώδη διαβήτη μειώνονται όσο καλύτερα διαχειριζόμαστε τις τιμές της γλυκόζης στο αίμα.  Η παχυσαρκία , το κάπνισμα , η αυξημένη LDL χοληστερόλη , η μειωμένη δραστηριότητα καθώς και η αρτηριακή πίεση αυξάνουν τις πιθανότητες εμφάνισης επιπλοκών. Ωστόσο , οι επιπλοκές μπορούν να ταξινομηθούν σε δυο κύριες κατηγορίες, στις οξείες και στις χρόνιες επιπλοκές.






 


ΟΞΕΙΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ


     Αυτές οι επιπλοκές μπορούν να παρουσιαστούν σε οποιαδήποτε στιγμή της πορείας της νόσου και   χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης καθώς θέτουν τη ζωή του ατόμου σε υψηλό κίνδυνο. Αυτές είναι:

1.     Διαβητική κετοξέωση. Αποτελεί μια εξαιρετικά επικίνδυνη επιπλοκή κυρίως του ΣΔ Ι . Χαρακτηρίζεται από απόλυτη ή σχετική ένδεια ινσουλίνης με συνέπεια η γλυκόζη να αδυνατεί να εισαχθεί στα κύτταρα ώστε να χρησιμοποιηθεί ως ενέργεια. Έτσι , ο ανθρώπινος οργανισμός διασπά λίπος ώστε να προμηθευτεί ενέργεια , γεγονός που οδηγεί στο σχηματισμό κετοοξικών σωμάτων. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κετοξέωσης είναι : το ph < 7,3  , η κέτωση και η υπεργλυκαιμία με γλυκόζη αίματος > 300 mg/dl .Τα συμπτώματά της ωστόσο είναι η πολυδιψία , η πολυουρία και η οξεωτική οσμή ( οσμή «σάπιου μήλου» ) Τα κυριότερα αίτια που οδηγούν σε κετοξέωση είναι η παράλειψη ή η μείωση της ινσουλίνης που χορηγείται , οξεία λοίμωξη και ο μη διαγνωσμένος διαβήτης. Η κατάσταση αυτή μπορεί να προληφθεί με συστηματική παρακολούθηση του σακχάρου , τροποποίησης της φαρμακευτικής αγωγής και παρακολούθησης των οξονών στο αίμα και στα ούρα του ασθενούς.

2.      Υπερωσμωτική κατάσταση ( μη κετωτική) – αρκετά κοινή με την κετοξέωση

3.      Υπογλυκαιμία.  
      Ανεπάρκεια γλυκόζης στο αίμα και σάκχαρο λιγότερο από 70 mg/dl . Παρουσιάζεται συνήθως σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι  και η ορθή αντιμετώπισή της περιλαμβάνει τη λήψη 16 γρ. απλών υδατανθράκων τα οποία ανεβάζουν το σάκχαρο κατά 40 – 80 mg/dl και απαιτούν 15 min. Για να απορροφηθούν και να μπουν στην κυκλοφορία του αίματος. 



Τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας περιλαμβάνουν :
·         Το αίσθημα της κούρασης
·         Ζαλάδες και αίσθημα λιποθυμίας
·         Αίσθημα πείνας
·         Δυσκολία ομιλίας και συντονισμού σκέψης και μυών
·         Αλλαγή διάθεσης
·         Εφίδρωση
·         Σπασμούς 
·         Πονοκέφαλο και χλωμό πρόσωπο

 



ΧΡΟΝΙΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

     Οι χρόνιες επιπλοκές του σακχαρώδη διαβήτη αναφέρονται σε  προσβολή τόσο των μικρών ( μικροαγγειοπάθεια) όσο και  των μεγάλων αγγείων (μακροαγγειοπάθεια).



Μικροαγγειοπάθεια


1.   Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια , δηλαδή βλάβη του αμφιβληστροειδή        χιτώνα που βρίσκεται στο βυθό του ματιού.

2.    Διαβητική νεφροπάθεια , δηλαδή βλάβη των νεφρών που οδηγεί σε αιμοκάθαρση και επηρεάζεται από τα επίπεδα γλυκόζης αίματος , από το κατά πόσο ένα άτομο έχει γενετική προδιάθεση και την αρτηριακή πίεση.

3.    Διαβητική νευροπάθεια. To 60-70% περίπου των ασθενών  παρουσιάζουν ήπια με σοβαρή νευροπάθεια. Η διαβητική νευροπάθεια αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου ανάπτυξης διαβητικού ποδιού που μπορεί να οδηγήσει και σε ακρωτηριασμό.



Μακροαγγειοπάθεια 

Αναφέρεται στην προσβολή των μεγάλων αγγείων του σώματος όπως καρωτίδων , στεφανιαίων αγγείων , αρτηριών των κάτω άκρων από τον σακχαρώδη διαβήτη. Αποτέλεσμα αυτών είναι πόνος στην καρδιά , εγκεφαλικά επεισόδια , πόνος στα κάτω άκρα κατά το βάδισμα , γαγγραινώδης αλλοιώσεις στα δάχτυλα των ποδιών ακόμη και έμφραγμα 





ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ  ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ


     Σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη κατέχει η εκπαίδευση του         διαβητικού όσον αφορά τη μέτρηση  του σακχάρου και τη χορήγηση της εξωγενούς ινσουλίνης καθώς και της διατροφής που πρέπει να ακολουθεί και της σωματικής άσκησης.
       Η αντιμετώπιση του ΣΔ περιλαμβάνει :


·          Ινσουλίνη ( ταχείας , ενδιάμεσης και βραδείας δράσης )
       Ταχείας δράσης : έναρξη 0.25-1 μέγιστη δράση 2-4h διάρκεια 5-8 h
       Ενδιάμεσης δράσης : έναρξη 2-4h μέγιστη δράση 6-10 h  διάρκεια 8-12 h
       Βραδείας δράσης : έναρξη 3-4 h μέγιστη δράση 14-20 h διάρκεια 24-36

·         Υπογλυκαιμικά δισκία
·         Διατροφή
·         Άσκηση










ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΑ




     Η δίαιτα αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της θεραπευτικής αντιμετώπισης και δεν θα πρέπει να αμελείται,  διότι μια ισορροπημένη διατροφή μπορεί να ρυθμίσει σε ικανοποιητικά επίπεδα το σάκχαρο σε συνδυασμό με την φαρμακευτική αγωγή. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα πρέπει να στηριζόμαστε μόνο στην φαρμακευτική αγωγή.Ο διαβητικός ασθενής μπορεί να χρησιμοποιεί σχεδόν όλες τις τροφές, αλλά στην ώρα και στην ποσότητα που πρέπει. Η κατανομή των γευμάτων πρέπει να είναι τέτοια ώστε να αποφεύγονται τα επεισόδια υπεργλυκαιμίας ή και υπογλυκαιμίας. Τα γεύματα πρέπει συνήθως να είναι 5-6 εκ των οποίων 3 κύρια , 2 ενδιάμεσα και ένα ίσως προ ύπνου.
     Η δίαιτα πρέπει να είναι αυστηρά εξατομικευμένη στις ανάγκες του ασθενούς και σχεδιασμένη ανάλογα με τον τύπο του διαβήτη , το ύψος , το βάρος , την ηλικία , την φυσική άσκηση , τις διατροφικές συνήθειες , τις βιοχημικές παραμέτρους και την οικονομική κατάσταση του ατόμου.Η δίαιτα θα πρέπει να ακολουθεί τις συστάσεις για τα μακροθρεπτικά συστατικά . Δηλαδή , οι
     Πρωτεΐνες  θα πρέπει να αποτελούν το 15-20 %  των συνολικών θερμίδων , καθώς οι πρωτεϊνικές απαιτήσεις του διαβητικού ασθενούς υπολογίζονται σε 1-1,5 gr/kgr. Σε περίπτωση που υπάρχει νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια δεν πρέπει να ξεπερνάμε τα 0,5 gr/ kgr .
    Όσον αφορά τους υδατάνθρακες πρέπει να αποτελούν το 45-50% των συνολικών θερμίδων , αλλά σε περιπτώσεις υπερτριγλυκεριδαιμίας χορηγούνται μόνο 125-150 gr υδατανθράκων. Ωστόσο , σημαντική κρίνεται η επιλογή των υδατανθράκων. Στο σακχαρώδη διαβήτη προτιμούμε τους σύνθετους υδατάνθρακες ( πχ. λαχανικά , τροφές με άμυλο) , ενώ αποφεύγουμε τα απλά σάκχαρα ( πχ. ζάχαρη ) λόγω της απότομης επίδρασής τους στην αύξηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα.
    Τέλος , όσον αφορά τα λίπη , οι συστάσεις είναι 30-35% των συνολικών θερμίδων . Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στα κορεσμένα λιπαρά , τα οποία θα πρέπει να αποτελούν ένα ποσοστό μικρότερο του 10% ημερησίως.

     Σκοπός της θεραπευτικής προσέγγισης είναι η ανακούφιση των συμπτωμάτων του ΣΔ , η αναστολή των χρόνιων επιπλοκών , η μείωση του κινδύνου της κετοξέωσης και γενικότερα η βελτίωση της υγείας των διαβητικών ατόμων. 





Written by:
Σωτηρία Νικολάου
Προπτυχιακή φοιτήτρια Κλινικής Διαιτολογίας και Διατροφής.
        07/12/2015 Ελλάδα


       ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

        BUSE, JOHN ., 2006 . Ο Σακχαρώδης Διαβήτης και οι επιπλοκές του. Αθήνα: Ιατρικές Εκδόσεις Π.Χ Πασχαλίδης.

      ΜΑΝΙΟΣ, Γ., 2006. Διατροφική Αξιολόγηση : Διαιτολογικό και Ιατρικό Ιστορικό ,       Σωματομετρικοί , Κλινικοί και Βιοχημικοί Δείκτες. Αθήνα : Ιατρικές Εκδόσεις π.χ Πασχαλίδης.

      ΤΟΥΝΤΑΣ, Χ., 2003. Σακχαρώδης Διαβήτης. Αθήνα : Εκδόσεις ISBN ΜΠΑΤΕ, Ε., 2011. Διαβητικό Πόδι και Ακρωτηριασμός. Πλημμελής Φροντίδα ή Λύση Ανάγκης ? Πτυχιακή Εργασία. Διδυμότειχο.


 






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου